μέτριος

μέτριος, ά, ον ['мерный'] 1. умеренный; придерживающийся (золотой) середины; 2. средний, посредственный

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "μέτριος" в других словарях:

  • μέτριος — within measure masc nom sg μέτριος within measure masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μέτριος — α, ο (ΑΜ μέτριος, ία, ον, Α θηλ. και ος, αιολ.τ. μέτερρος) 1. αυτός που έχει την ορθή αναλογία, που υπάρχει ή γίνεται με μέτρο, κανονικός, μέσος (α. «μέτριο ανάστημα» β. «μέτρια θερμοκρασία» γ. «ἁπτόμενοι δὲ σφι ἐπελθεῑν ἄνδρας σμικροὺς μετρίων… …   Dictionary of Greek

  • μέτριος — [мэтриос] εκ. умеренный, средний, посредственный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • μέτριος — α, ο 1. αυτός που έχει τη σωστή αναλογία, ούτε μεγάλος ούτε μικρός, ούτε πολύς ούτε λίγος, μεσαίος: Φυσούν μέτριοι άνεμοι. 2. αυτός που έχει μέση ποιότητα ή αξία: Παρέδωσε μια μέτρια εργασία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μετριώτερον — μέτριος within measure adverbial comp μέτριος within measure masc acc comp sg μέτριος within measure neut nom/voc/acc comp sg μέτριος within measure masc acc comp sg μέτριος within measure neut nom/voc/acc comp sg μέτριος within measure adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μετριωτάτων — μέτριος within measure fem gen superl pl μέτριος within measure masc/neut gen superl pl μέτριος within measure fem gen superl pl μέτριος within measure masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μετριωτέραις — μέτριος within measure fem dat comp pl μετριωτέρᾱͅς , μέτριος within measure fem dat comp pl (attic) μέτριος within measure fem dat comp pl μετριωτέρᾱͅς , μέτριος within measure fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μετριωτέρω — μέτριος within measure masc/neut nom/voc/acc comp dual μέτριος within measure masc/neut gen comp sg (doric aeolic) μέτριος within measure masc/neut nom/voc/acc comp dual μέτριος within measure masc/neut gen comp sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μετριωτέρων — μέτριος within measure fem gen comp pl μέτριος within measure masc/neut gen comp pl μέτριος within measure fem gen comp pl μέτριος within measure masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μετριώτατα — μέτριος within measure adverbial superl μέτριος within measure neut nom/voc/acc superl pl μέτριος within measure adverbial superl μέτριος within measure neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μετριώτατον — μέτριος within measure masc acc superl sg μέτριος within measure neut nom/voc/acc superl sg μέτριος within measure masc acc superl sg μέτριος within measure neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.